Έργο για θεατρίνους






Πέτρες στις τσέπες του, της Μαρί Τζόουνς (1996). Το έχω δει σε έξι διαφορετικές εκδοχές (δύο εκτός και τέσσερις εντός χώρας) και κάθε φορά λέω «εντάξει αυτή είναι και η τελευταία», αλλά ποτέ δεν κρατάω το λόγο μου. Όλο και τον αθετώ. Και σίγουρα δεν το κάνω για τα βαθυστόχαστα νοήματά του, τα περισσότερα μιας μάλλον εύπεπτης τηλεοπτικής κοπής. Ούτε για τους φιλοσοφικούς του στοχασμούς, που δεν ξεφεύγουν από τα τετριμμένα. Ούτε για το διάλογό του. Επιστρέφω ξανά και ξανά γιατί απολαμβάνω τα ατόφια θεατρικά του υλικά. Απολαμβάνω τον τρόπο που διαφημίζει την τέχνη του θεάτρου και πιο πολύ την τέχνη του ηθοποιού. Και εννοώ εκείνου του ηθοποιού του ικανού να ανταποκριθεί στις συγκεκριμένες απαιτήσεις του έργου, γιατί αν δεν μπορεί άστα να πάνε….

Περιπαιχτική «Άλκηστη» στο Δάσος





Είναι περίεργη όσο και ενδιαφέρουσα η θέση της γυναίκας στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Από τη μια στερείται ίσων δικαιωμάτων σε σχέση με τον άνδρα —αφού δεν έχει πρόσβαση στην Αγορά, μα ούτε και στο δημόσιο Λόγο, καταδικασμένη να «διαφεντεύει» στο σπίτι ακονίζοντας την τεχνική του small talk, του κουτσομπολιού και της κρεβατομουρμούρας, μιας και τα μεγάλα και σοβαρά δεν της ανήκουν,-- και από την άλλη, εντυπωσιάζει με την παρουσία της στη δραματική λογοτεχνία της εποχής.

Το θεατρικό βιβλίο, η προ(σ)κλητική σκηνή του 21ου αιώνα και ο ρόλος ενός κρατικού θεατρου (Ομιλία στην Έκθεση βιβλίου)







Επιτρέψτε μου να αρχίσω κάπως κοινότοπα λέγοντας ότι το θέατρο είναι ίσως το πιο δύσκολο είδος γραφής. Δεν αρκεί να μπορεί κανείς να αφηγείται μια ιστορία για να λογίζεται καλός δραματικός συγγραφέας. Δεν αρκεί να είναι καλός χρήστης του λόγου. Δεν αρκεί να έχει την ευαισθησία ποιητή. Πρέπει να ξέρει να φτιάχνει σπίτια για να βάλει μέσα τα πλάσματα της φαντασίας του. Πρέπει να ξέρει πώς να τα ντύσει. Με τι μουσικά ακούσματα θα τα συνοδεύσει. Σε τι έπιπλα θα τα βάλει να καθίσουν. Τι βιβλία θα τους δώσει να διαβάσουν. Πώς θα χορέψουν. Ποιο γλωσσικό ιδίωμα θα χρησιμοποιήσουν. Και ακόμη κάτι: πρέπει να ξέρει πώς όλα αυτά θα τα πουλήσει.

O χειρουργικός υπερνατουραλισμός του David Mamet







Μέχρι το 2005 περίπου που το είχα ψάξει είχαν δημοσιευτεί περισσότερες από 1300 κριτικές παραστάσεων έργων του σε εφημερίδες και περιοδικά, και περισσότερα από 220 επιστημονικά άρθρα, κεφάλαια σε βιβλία και βιβλία. Απολογισμός διόλου ευκαταφρόνητος, αλλά και δίκαιος δεδομένου ότι ο David Mamet αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του αμερικανικού και, θα τολμούσα να πω, του παγκόσμιου θεάτρου. Βέβαια υπάρχουν και εκείνοι που διαφωνούν. Κάποιοι βρίσκουν ενοχλητικό το υβρεολόγιο που χρησιμοποιούν οι χαρακτήρες του, οι φεμινίστριες τον θεωρούν υπερβολικά φαλλοκράτη (Burkman 1998) κ.λπ. Σε κάθε περίπτωση, έχουν ενδιαφέρον όλες αυτές οι διιστάμενες απόψεις, γιατί δίνουν το εύρος όσο και το «άπιαστο» της καλλιτεχνίας του.

(Ανα)προσαρμογές και θεατρική αγορά











Κατά τη διάρκεια της χειμερινής σεζόν θεατές και κριτικοί βρισκόμαστε μπροστά σε μια πραγματική χιονοστιβάδα θεατροποιημένων εκδοχών πεζών έργων. Ειδικά φέτος σπάσαμε κάθε ρεκόρ. Κάθε δεύτερη παράσταση ήταν και μια μορφή μεταποιημένης πρώτης γραφής. Και η αναμενόμενη ερώτηση: γιατί αυτή η μανία εμπλοκής με έργα που γράφτηκαν για να διαβαστούν κι όχι να παιχτούν;