Στις σκηνές της Θεσσαλονίκης: εν συντομία







Πάρα πολλά πράγματα έπεσαν μαζί τον τελευταίο καιρό, με αποτέλεσμα παραστάσεις που είχα σκοπό να σχολιάσω παρέμειναν για αρκετό καιρό αδρανείς στον υπολογιστή μου. Έστω και με κάποια καθυστέρηση μεταφέρω ορισμένες από αυτές.

Εμφύλιος πόλεμος για μια γάτα





Η θεατρική αγορά έχει αλωθεί κυριολεκτικά από την περφόρμανς, σε σημείο να έχουμε ξεχάσει τι πάει να πει καλό κείμενο γραμμένο από ικανό δραματικό συγγραφέα. Μου έχει λείψει αυτό το θέατρο, εννοώ το δραματικό θέατρο. Μου έχει λείψει ο ανήσυχος  συγγραφικός νους που ξέρει να μας ξαφνιάζει, να μας γοητεύει μέσα από το απρόβλεπτο, να μας μορφώνει μέσα από το καινούργιο. Ο νους εκείνος που αρέσκεται να δοκιμάζει τις αντοχές της θεατρικής μεταφοράς αλλά και της θεατρικής μας επάρκειας. Που ξέρει να μετρά σωστά τη θερμοκρασία των λέξεων, τη δυναμική τους, που ξέρει να χτίζει με καλή δοσολογία μια (μυθ)ιστορία του κόσμου αλλιώτικη αλλά συνάμα και τόσο δική μας, όπως εν προκειμένω ο Μάρτιν Μακ Ντόνα, ο Ιρλανδός παραμυθάς που πήρε το θέατρο εκεί που το άφησε η γραφή της Σάρα Κέιν και του Μαρκ Ρέιβενχιλ και το πήγε ακόμη πιο πέρα, με έργα όπως: Η τριλογία του Λινέιν, ο Πουπουλένιος και η Τριλογία του Αράν (όπου ανήκει και ο «Υπολοχαγός του Ίνισμορ, 2001).

Θεατρική κριτική και αγορά





Για κάποιους ο ρόλος του κριτικού είναι να μορφώσει τις μάζες και ο ρόλος των καλλιτεχνών να μορφώσουν τον κριτικό. Για κάποιους άλλους ο μόνος έγκριτος κριτικός είναι το κοινό. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι ο κριτικός είναι ο μόνος που δεν πηγαίνει στη «μάχη», αλλά εμφανίζεται αργότερα και πυροβολεί τους τραυματίες. Άλλοι πάλι βλέπουν τον κριτικό σαν ένα ευνούχο σε χαρέμι ανάμεσα σε ωραίες γυναίκες που τις παίρνει μάτι αλλά δεν μπορεί να τις έχει. Γνωστά όλα αυτά. Απλά τα αναφέρω αναζητώντας έναν εύκολο τρόπο να αρχίσω το σχόλιό μου γύρω από τη θέση της θεατρικής  κριτικής σήμερα.

Γελώντας με τις νευρώσεις της ζωής




Ο Κρίστοφερ Ντουράνγκ, ένας από τους καλούς εκπροσώπους της σύγχρονης αμερικανικής κωμωδίας, έγινε γνωστός στην Ελλάδα με το έργο Γελώντας άγρια, που μετέφρασαν σε καλπάζοντα ελληνικά και ανέβασαν για πρώτη φορά το 2000 ο Δημήτρης Φραγκιόγλου και η Χριστίνα Παπαδάκη.
Έκτοτε είδαμε κάποιες σκηνικές εκδοχές του, μα πιο πολύ είχαμε χρήσεις του στις εισαγωγικές εξετάσεις δραματικών σχολών, κάτι που ομολογώ ξενίζει κάπως γιατί είναι ένα κείμενο δύσκολο στη διαχείρισή του, και μάλιστα από νέα παιδιά χωρίς καθόλου πείρα.

Μια “αρρώστια” χωρίς ψυχή



Πρώτη επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη (θέατρο Αμαλία) της αθηναϊκής ομάδας Tempus Verum, με το γνωστό  (και χρονολογικά πρώτο) έργο του Φέρντιναντ Μπρούκνερ Η αρρώστια της νιότης (1926), γραμμένο στην καρδιά του εξπρεσιονιστικού κινήματος και στον προθάλαμο της ανόδου του φασισμού. Ένα έργο «κραυγή», γνώριμο μοτίβο στους περισσότερους πολιτικοποιημένους συγγραφείς της περιόδου του Μεσοπολέμου.